αντιγνωμία

αντιγνωμία
αντιγνωμιά η противоположное мнение; иное мнение; возражение

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Нужна курсовая?

Смотреть что такое "αντιγνωμία" в других словарях:

  • αντιγνωμία — αντιγνωμία, η και αντιγνωμιά, η διαφορά γνώμης, αντίθετη γνώμη: Στη σύσκεψη που έγινε παρουσιάστηκαν και πολλές αντιγνωμίες …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • αντιγνωμία — η αντίθεση γνωμών, αντιλογία. [ΕΤΥΜΟΛ. < αντι * + γνώμη. Η λ. μαρτυρείται στον Ευγ. Βούλγαρι] …   Dictionary of Greek

  • αντίληψη — Η λειτουργία που επιτρέπει στον άνθρωπο και στα πιο εξελιγμένα ζώα να διαλέγουν και να τοποθετούν μέσα σε λογικά σύνολα τις πληροφορίες που δέχονται από τα αισθητήρια όργανα. Έτσι, αν και κατά κανόνα οι α. πηγάζουν από αισθητηριακές διαδικασίες,… …   Dictionary of Greek

  • εναντιοβουλία — ἐναντιοβουλία, η (Α) η αντίθετη βουλή, η αντίθετη γνώμη, η αντιγνωμία …   Dictionary of Greek

  • εναντιογνωμία — η το να έχει κανείς αντίθετη γνώμη, αντιγνωμία, διάσταση γνωμών, ασυμφωνία …   Dictionary of Greek

  • παρατήρηση — η / παρατήρησις, ήσεως, ΝΜΑ [παρατηρώ] 1. η ενέργεια και το αποτέλεσμα τού παρατηρώ 2. η ένταση τής προσοχής, προσεκτική παρακολούθηση («παρατήρηση τής αλληλουχίας τών γεγονότων») 3. γραμμ. ό,τι σημειώνει, εξετάζει ή σχολιάζει κανείς («ἐκεῑνα… …   Dictionary of Greek

  • χωρώ — χωρῶ, έω, ΝΜΑ, και ασυναίρ. τ. χωράω Ν [χώρα / χῶρος] 1. (αμτβ.) (λόγιος τ.) (κυριολ. και μτφ.) προχωρώ, προβαίνω, κινούμαι προς κάτι (α. «η τράπεζα δεν σκοπεύει να χωρήσει σε μείωση τών επιτοκίων» β. «πόρρω γὰρ κεχώρηκε τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως»,… …   Dictionary of Greek

  • Άσμα Ασμάτων — Ποιητικό βιβλίο της Παλαιάς Διαθήκης. Ο τίτλος σημαίνει το καλύτερο από όλα τα άσματα. Για τον συγγραφέα και τον χρόνο συγγραφής του βιβλίου υπάρχει αντιγνωμία. Η αρχαία ιουδαϊκή και χριστιανική παράδοση θέλουν συγγραφέα τον Σολομώντα (10ος αι. π …   Dictionary of Greek

  • ένσταση — η 1. αντίρρηση εναντίον επιχειρήματος, εναντιολογία, αμφισβήτηση, αντιγνωμία. 2. όρος που εκφράζει την άρνηση μιας ξένης άποψης και τη διάψευσή της. 3. (νομ.), η αντίρρηση που υποβάλλεται από τον εναγόμενο εναντίον κάποιας αγωγής, με την οποία… …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»